ける

ρήμα | N4 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καίγομαι, καίγομαι ολοσχερώς, παραδίδομαι στις φλόγες
  2. 02 ψήνομαι, μαγειρεύομαι καλά
  3. 03 μαυρίζω (από τον ήλιο), ξεθωριάζω (στον ήλιο)
  4. 04 κοκκινίζω (π.χ. ο ουρανός στο ηλιοβασίλεμα)
  5. 05 ζεσταίνομαι (από τον ήλιο)
  6. 06 ζηλεύω, φθονώ

Παραδείγματα

  • パンがけます

    Το ψωμί ψήνεται.

  • なつうみはだける

    Το καλοκαίρι, μαυρίζω από τον ήλιο στη θάλασσα.

  • うつくしい夕焼ゆうやけが空一面そらいちめんあかめていた。

    Το πανέμορφο ηλιοβασίλεμα είχε βάψει κόκκινο ολόκληρο τον ουρανό.

Κλίση

Παρόν (απλό)
焼ける
Παρόν (ευγενικό)
焼けます
Άρνηση (απλή)
焼けない
Άρνηση (ευγενική)
焼けません
Παρελθόν (απλό)
焼けた
Παρελθόν (ευγενικό)
焼けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
焼けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
焼けませんでした
Τε-μορφή
焼けて
Δυνητική
焼けられる
Προστακτική
焼けろ
Βουλητική
焼けよう
Υποθετική (ば)
焼ければ