煌めく
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα αστράφτω, λάμπω, τρεμοπαίζω, γυαλίζω, φέγγω, αστράφτω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 煌めく
- Παρόν (ευγενικό)
- 煌めきます
- Άρνηση (απλή)
- 煌めかない
- Άρνηση (ευγενική)
- 煌めきません
- Παρελθόν (απλό)
- 煌めいた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 煌めきました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 煌めかなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 煌めきませんでした
- Τε-μορφή
- 煌めいて
- Δυνητική
- 煌めける
- Προστακτική
- 煌めけ
- Βουλητική
- 煌めこう
- Υποθετική (ば)
- 煌めけば
- Υποθετική (たら)
- 煌めいたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 煌めきたい
- Απαγορευτική (~な)
- 煌めくな
- Προστακτική (ευγενική)
- 煌めきなさい
- Παθητική
- 煌めかれる
- Αιτιατική
- 煌めかせる