せん

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εκχυλίζω με βρασμό, παρασκευάζω έγχυμα, κάνω αφέψημα

Κλίση

Παρόν (απλό)
煎じ出す
Παρόν (ευγενικό)
煎じ出します
Άρνηση (απλή)
煎じ出さない
Άρνηση (ευγενική)
煎じ出しません
Παρελθόν (απλό)
煎じ出した
Παρελθόν (ευγενικό)
煎じ出しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
煎じ出さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
煎じ出しませんでした
Τε-μορφή
煎じ出して
Δυνητική
煎じ出せる
Προστακτική
煎じ出せ
Βουλητική
煎じ出そう
Υποθετική (ば)
煎じ出せば