せんめる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βράζω μέχρι να εξατμιστούν τα υγρά, συμπυκνώνω
  2. 02 σκέφτομαι διεξοδικά μέχρι τέλους, περιορίζω στα ουσιώδη

Κλίση

Παρόν (απλό)
煎じ詰める
Παρόν (ευγενικό)
煎じ詰めます
Άρνηση (απλή)
煎じ詰めない
Άρνηση (ευγενική)
煎じ詰めません
Παρελθόν (απλό)
煎じ詰めた
Παρελθόν (ευγενικό)
煎じ詰めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
煎じ詰めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
煎じ詰めませんでした
Τε-μορφή
煎じ詰めて
Δυνητική
煎じ詰められる
Προστακτική
煎じ詰めろ
Βουλητική
煎じ詰めよう
Υποθετική (ば)
煎じ詰めれば