けむたがる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ενοχλούμαι από τον καπνό
  2. 02 αποφεύγω κάποιον λόγω ενόχλησης, θεωρώ κάποιον βάρος ή μπελά

Κλίση

Παρόν (απλό)
煙たがる
Παρόν (ευγενικό)
煙たがります
Άρνηση (απλή)
煙たがらない
Άρνηση (ευγενική)
煙たがりません
Παρελθόν (απλό)
煙たがった
Παρελθόν (ευγενικό)
煙たがりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
煙たがらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
煙たがりませんでした
Τε-μορφή
煙たがって
Δυνητική
煙たがれる
Προστακτική
煙たがれ
Βουλητική
煙たがろう
Υποθετική (ば)
煙たがれば