煙っぽい
επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα καπνισμένος, γεμάτος καπνό
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 煙っぽい
- Παρόν (ευγενικό)
- 煙っぽいです
- Άρνηση (απλή)
- 煙っぽくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 煙っぽくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 煙っぽかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 煙っぽかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 煙っぽくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 煙っぽくなかったです
- Τε-μορφή
- 煙っぽくて
- Υποθετική (ば)
- 煙っぽければ
- Υποθετική (たら)
- 煙っぽかったら