けむ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός μπερδεύω κάποιον, αποπροσανατολίζω, προκαλώ σύγχυση, δημιουργώ παραπλανητικό αντιπερισπασμό, τυλίγω με καπνό

Κλίση

Παρόν (απλό)
煙に巻く
Παρόν (ευγενικό)
煙に巻きます
Άρνηση (απλή)
煙に巻かない
Άρνηση (ευγενική)
煙に巻きません
Παρελθόν (απλό)
煙に巻いた
Παρελθόν (ευγενικό)
煙に巻きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
煙に巻かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
煙に巻きませんでした
Τε-μορφή
煙に巻いて
Δυνητική
煙に巻ける
Προστακτική
煙に巻け
Βουλητική
煙に巻こう
Υποθετική (ば)
煙に巻けば