けむ

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καπνίζω, βγάζω καπνούς, αναδίδω καπνό, σιγοκαίγομαι
  2. 02 καλύπτομαι από ομίχλη, φαίνομαι αχνός

Κλίση

Παρόν (απλό)
煙る
Παρόν (ευγενικό)
煙ります
Άρνηση (απλή)
煙らない
Άρνηση (ευγενική)
煙りません
Παρελθόν (απλό)
煙った
Παρελθόν (ευγενικό)
煙りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
煙らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
煙りませんでした
Τε-μορφή
煙って
Δυνητική
煙れる
Προστακτική
煙れ
Βουλητική
煙ろう
Υποθετική (ば)
煙れば