らしわせる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ελέγχω, συγκρίνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
照らし合わせる
Παρόν (ευγενικό)
照らし合わせます
Άρνηση (απλή)
照らし合わせない
Άρνηση (ευγενική)
照らし合わせません
Παρελθόν (απλό)
照らし合わせた
Παρελθόν (ευγενικό)
照らし合わせました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
照らし合わせなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
照らし合わせませんでした
Τε-μορφή
照らし合わせて
Δυνητική
照らし合わせられる
Προστακτική
照らし合わせろ
Βουλητική
照らし合わせよう
Υποθετική (ば)
照らし合わせれば