ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φωτίζω αμοιβαία τον έναν τον άλλον

Κλίση

Παρόν (απλό)
照り合う
Παρόν (ευγενικό)
照り合います
Άρνηση (απλή)
照り合わない
Άρνηση (ευγενική)
照り合いません
Παρελθόν (απλό)
照り合った
Παρελθόν (ευγενικό)
照り合いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
照り合わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
照り合いませんでした
Τε-μορφή
照り合って
Δυνητική
照り合える
Προστακτική
照り合え
Βουλητική
照り合おう
Υποθετική (ば)
照り合えば