ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φωτίζω εσωτερικό χώρο
  2. 02 πέφτω πάνω σε επιφάνεια

Κλίση

Παρόν (απλό)
照り込む
Παρόν (ευγενικό)
照り込みます
Άρνηση (απλή)
照り込まない
Άρνηση (ευγενική)
照り込みません
Παρελθόν (απλό)
照り込んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
照り込みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
照り込まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
照り込みませんでした
Τε-μορφή
照り込んで
Δυνητική
照り込める
Προστακτική
照り込め
Βουλητική
照り込もう
Υποθετική (ば)
照り込めば