しょうかい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ερώτηση, διερεύνηση, παραπομπή (π.χ. σε γιατρό ή δικαστήριο)
  2. 02 ερώτημα (βάσης δεδομένων)

Κλίση

Παρόν (απλό)
照会する
Παρόν (ευγενικό)
照会します
Άρνηση (απλή)
照会しない
Άρνηση (ευγενική)
照会しません
Παρελθόν (απλό)
照会した
Παρελθόν (ευγενικό)
照会しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
照会しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
照会しませんでした
Τε-μορφή
照会して
Δυνητική
照会できる
Προστακτική
照会しろ
Βουλητική
照会しよう
Υποθετική (ば)
照会すれば