うるさ

επίθετο, επιφώνημα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: わずらい

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα θορυβώδης, δυνατός
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα ενοχλητικός, προβληματικός, κουραστικός, επίμονος, φορτικός
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα δύστροπος, σχολαστικός, ιδιότροπος, λεπτολόγος, γκρινιάρης, αυταρχικός
  4. 04 συνήθως γραμμένο με κάνα σκάσε, βούλωσε το

Κλίση

Παρόν (απλό)
煩い
Παρόν (ευγενικό)
煩いです
Άρνηση (απλή)
煩くない
Άρνηση (ευγενική)
煩くないです
Παρελθόν (απλό)
煩かった
Παρελθόν (ευγενικό)
煩かったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
煩くなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
煩くなかったです
Τε-μορφή
煩くて
Υποθετική (ば)
煩ければ