はんける

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποφεύγω τον κόπο (να κάνω κάτι)

Κλίση

Παρόν (απλό)
煩を避ける
Παρόν (ευγενικό)
煩を避けます
Άρνηση (απλή)
煩を避けない
Άρνηση (ευγενική)
煩を避けません
Παρελθόν (απλό)
煩を避けた
Παρελθόν (ευγενικό)
煩を避けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
煩を避けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
煩を避けませんでした
Τε-μορφή
煩を避けて
Δυνητική
煩を避けられる
Προστακτική
煩を避けろ
Βουλητική
煩を避けよう
Υποθετική (ば)
煩を避ければ