まされる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός προδίδομαι
  2. 02 καθομιλουμένη ιδιωματισμός υφίσταμαι δεινοπάθεια (από εχθρό), περνώ δύσκολες στιγμές

Κλίση

Παρόν (απλό)
煮え湯を飲まされる
Παρόν (ευγενικό)
煮え湯を飲まされます
Άρνηση (απλή)
煮え湯を飲まされない
Άρνηση (ευγενική)
煮え湯を飲まされません
Παρελθόν (απλό)
煮え湯を飲まされた
Παρελθόν (ευγενικό)
煮え湯を飲まされました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
煮え湯を飲まされなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
煮え湯を飲まされませんでした
Τε-μορφή
煮え湯を飲まされて
Δυνητική
煮え湯を飲まされられる
Προστακτική
煮え湯を飲まされろ
Βουλητική
煮え湯を飲まされよう
Υποθετική (ば)
煮え湯を飲まされれば