煮え立つ
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 βράζω, φτάνω σε σημείο βρασμού
- 02 κοχλάζω (από θυμό κ.λπ.), οργίζομαι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 煮え立つ
- Παρόν (ευγενικό)
- 煮え立ちます
- Άρνηση (απλή)
- 煮え立たない
- Άρνηση (ευγενική)
- 煮え立ちません
- Παρελθόν (απλό)
- 煮え立った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 煮え立ちました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 煮え立たなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 煮え立ちませんでした
- Τε-μορφή
- 煮え立って
- Δυνητική
- 煮え立てる
- Προστακτική
- 煮え立て
- Βουλητική
- 煮え立とう
- Υποθετική (ば)
- 煮え立てば
- Υποθετική (たら)
- 煮え立ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 煮え立ちたい
- Απαγορευτική (~な)
- 煮え立つな
- Προστακτική (ευγενική)
- 煮え立ちなさい
- Παθητική
- 煮え立たれる
- Αιτιατική
- 煮え立たせる