煮詰まる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 βράζω μέχρι να εξατμιστούν τα υγρά
- 02 καθομιλουμένη φτάνω σε αδιέξοδο, βαλτώνω
- 03 πλησιάζω σε ολοκλήρωση (συζήτησης, έρευνας κ.λπ.)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 煮詰まる
- Παρόν (ευγενικό)
- 煮詰まります
- Άρνηση (απλή)
- 煮詰まらない
- Άρνηση (ευγενική)
- 煮詰まりません
- Παρελθόν (απλό)
- 煮詰まった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 煮詰まりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 煮詰まらなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 煮詰まりませんでした
- Τε-μορφή
- 煮詰まって
- Δυνητική
- 煮詰まれる
- Προστακτική
- 煮詰まれ
- Βουλητική
- 煮詰まろう
- Υποθετική (ば)
- 煮詰まれば
- Υποθετική (たら)
- 煮詰まったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 煮詰まりたい
- Απαγορευτική (~な)
- 煮詰まるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 煮詰まりなさい
- Παθητική
- 煮詰まられる
- Αιτιατική
- 煮詰まらせる