ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σιγοβράζω, μαγειρεύω για πολλή ώρα
  2. 02 μαγειρεύω διάφορα υλικά μαζί

Κλίση

Παρόν (απλό)
煮込む
Παρόν (ευγενικό)
煮込みます
Άρνηση (απλή)
煮込まない
Άρνηση (ευγενική)
煮込みません
Παρελθόν (απλό)
煮込んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
煮込みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
煮込まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
煮込みませんでした
Τε-μορφή
煮込んで
Δυνητική
煮込める
Προστακτική
煮込め
Βουλητική
煮込もう
Υποθετική (ば)
煮込めば