おだてる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα κολακεύω, καλοπιάνω, γλυκολογώ, μεταπείθω με κολακείες, υποκινώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
煽てる
Παρόν (ευγενικό)
煽てます
Άρνηση (απλή)
煽てない
Άρνηση (ευγενική)
煽てません
Παρελθόν (απλό)
煽てた
Παρελθόν (ευγενικό)
煽てました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
煽てなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
煽てませんでした
Τε-μορφή
煽てて
Δυνητική
煽てられる
Προστακτική
煽てろ
Βουλητική
煽てよう
Υποθετική (ば)
煽てれば