じゅくする

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ωριμάζω, αναπτύσσομαι
  2. 02 είμαι έτοιμος για δράση, είναι η κατάλληλη ώρα (για δράση)
  3. 03 είμαι σε κοινή χρήση, ακούγομαι φυσικός
  4. 04 γίνομαι έμπειρος

Κλίση

Παρόν (απλό)
熟する
Παρόν (ευγενικό)
熟します
Άρνηση (απλή)
熟しない
Άρνηση (ευγενική)
熟しません
Παρελθόν (απλό)
熟した
Παρελθόν (ευγενικό)
熟しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
熟しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
熟しませんでした
Τε-μορφή
熟して
Δυνητική
熟できる
Προστακτική
熟しろ
Βουλητική
熟しよう
Υποθετική (ば)
熟すれば