れる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: うれる , こなれる

  1. 01 ωριμάζω (ιδιαίτερα με ζύμωση), παλαιώνω (π.χ. κρασί, τυρί), είμαι σωστά παλαιωμένος, αποκτώ πείρα
  2. 02 αρχαϊκό σαπίζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
熟れる
Παρόν (ευγενικό)
熟れます
Άρνηση (απλή)
熟れない
Άρνηση (ευγενική)
熟れません
Παρελθόν (απλό)
熟れた
Παρελθόν (ευγενικό)
熟れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
熟れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
熟れませんでした
Τε-μορφή
熟れて
Δυνητική
熟れられる
Προστακτική
熟れろ
Βουλητική
熟れよう
Υποθετική (ば)
熟れれば