じゅくりょだんこう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός προσεκτικός στον σχεδιασμό, αποφασιστικός στην εκτέλεση

Κλίση

Παρόν (απλό)
熟慮断行する
Παρόν (ευγενικό)
熟慮断行します
Άρνηση (απλή)
熟慮断行しない
Άρνηση (ευγενική)
熟慮断行しません
Παρελθόν (απλό)
熟慮断行した
Παρελθόν (ευγενικό)
熟慮断行しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
熟慮断行しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
熟慮断行しませんでした
Τε-μορφή
熟慮断行して
Δυνητική
熟慮断行できる
Προστακτική
熟慮断行しろ
Βουλητική
熟慮断行しよう
Υποθετική (ば)
熟慮断行すれば