じゅくせい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ωρίμανση, ωρίμαση, παλαίωση, συντήρηση, ζύμωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
熟成する
Παρόν (ευγενικό)
熟成します
Άρνηση (απλή)
熟成しない
Άρνηση (ευγενική)
熟成しません
Παρελθόν (απλό)
熟成した
Παρελθόν (ευγενικό)
熟成しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
熟成しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
熟成しませんでした
Τε-μορφή
熟成して
Δυνητική
熟成できる
Προστακτική
熟成しろ
Βουλητική
熟成しよう
Υποθετική (ば)
熟成すれば