じゅくらん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προσεκτική επιθεώρηση, επισταμένη εξέταση

Κλίση

Παρόν (απλό)
熟覧する
Παρόν (ευγενικό)
熟覧します
Άρνηση (απλή)
熟覧しない
Άρνηση (ευγενική)
熟覧しません
Παρελθόν (απλό)
熟覧した
Παρελθόν (ευγενικό)
熟覧しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
熟覧しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
熟覧しませんでした
Τε-μορφή
熟覧して
Δυνητική
熟覧できる
Προστακτική
熟覧しろ
Βουλητική
熟覧しよう
Υποθετική (ば)
熟覧すれば