ねっする

ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 θερμαίνω, πυρώνω
  2. 02 ενθουσιάζομαι, διεγείρομαι, ανάβω

Κλίση

Παρόν (απλό)
熱する
Παρόν (ευγενικό)
熱します
Άρνηση (απλή)
熱しない
Άρνηση (ευγενική)
熱しません
Παρελθόν (απλό)
熱した
Παρελθόν (ευγενικό)
熱しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
熱しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
熱しませんでした
Τε-μορφή
熱して
Δυνητική
熱できる
Προστακτική
熱しろ
Βουλητική
熱しよう
Υποθετική (ば)
熱すれば