ねつはか

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μετράω τη θερμοκρασία κάποιου

Κλίση

Παρόν (απλό)
熱を測る
Παρόν (ευγενικό)
熱を測ります
Άρνηση (απλή)
熱を測らない
Άρνηση (ευγενική)
熱を測りません
Παρελθόν (απλό)
熱を測った
Παρελθόν (ευγενικό)
熱を測りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
熱を測らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
熱を測りませんでした
Τε-μορφή
熱を測って
Δυνητική
熱を測れる
Προστακτική
熱を測れ
Βουλητική
熱を測ろう
Υποθετική (ば)
熱を測れば