ねつぼうそう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 θερμική διαφυγή
  2. 02 υπερθέρμανση

Κλίση

Παρόν (απλό)
熱暴走する
Παρόν (ευγενικό)
熱暴走します
Άρνηση (απλή)
熱暴走しない
Άρνηση (ευγενική)
熱暴走しません
Παρελθόν (απλό)
熱暴走した
Παρελθόν (ευγενικό)
熱暴走しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
熱暴走しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
熱暴走しませんでした
Τε-μορφή
熱暴走して
Δυνητική
熱暴走できる
Προστακτική
熱暴走しろ
Βουλητική
熱暴走しよう
Υποθετική (ば)
熱暴走すれば