燃え落ちる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 καίγομαι ολοσχερώς, καταρρέω μέσα στις φλόγες, καίγομαι και πέφτω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 燃え落ちる
- Παρόν (ευγενικό)
- 燃え落ちます
- Άρνηση (απλή)
- 燃え落ちない
- Άρνηση (ευγενική)
- 燃え落ちません
- Παρελθόν (απλό)
- 燃え落ちた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 燃え落ちました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 燃え落ちなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 燃え落ちませんでした
- Τε-μορφή
- 燃え落ちて
- Δυνητική
- 燃え落ちられる
- Προστακτική
- 燃え落ちろ
- Βουλητική
- 燃え落ちよう
- Υποθετική (ば)
- 燃え落ちれば
- Υποθετική (たら)
- 燃え落ちたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 燃え落ちたい
- Απαγορευτική (~な)
- 燃え落ちるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 燃え落ちなさい
- Παθητική
- 燃え落ちられる
- Αιτιατική
- 燃え落ちさせる