燃もやす

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καίω
  2. 02 φλέγομαι (από συναίσθημα), ενθουσιάζομαι

Παραδείγματα

  • 紙かみを燃もやす。

    Καίω το χαρτί.

  • 暖炉だんろで薪まきを燃もやします。

    Καίω ξύλα στο τζάκι.

  • 選手せんしゅたちは勝利しょうりのために、闘志とうしを燃もやして戦たたかった。

    Οι αθλητές πολέμησαν με φλογερό πνεύμα για τη νίκη.

Κλίση

Παρόν (απλό)
燃やす
Παρόν (ευγενικό)
燃やします
Άρνηση (απλή)
燃やさない
Άρνηση (ευγενική)
燃やしません
Παρελθόν (απλό)
燃やした
Παρελθόν (ευγενικό)
燃やしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
燃やさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
燃やしませんでした
Τε-μορφή
燃やして
Δυνητική
燃やせる
Προστακτική
燃やせ
Βουλητική
燃やそう
Υποθετική (ば)
燃やせば