かんをつける

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ζεσταίνω το σάκε

Κλίση

Παρόν (απλό)
燗をつける
Παρόν (ευγενικό)
燗をつけます
Άρνηση (απλή)
燗をつけない
Άρνηση (ευγενική)
燗をつけません
Παρελθόν (απλό)
燗をつけた
Παρελθόν (ευγενικό)
燗をつけました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
燗をつけなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
燗をつけませんでした
Τε-μορφή
燗をつけて
Δυνητική
燗をつけられる
Προστακτική
燗をつけろ
Βουλητική
燗をつけよう
Υποθετική (ば)
燗をつければ