さんぜんかがや

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 λάμπω εκθαμβωτικά, ακτινοβολώ λαμπερά

Κλίση

Παρόν (απλό)
燦然と輝く
Παρόν (ευγενικό)
燦然と輝きます
Άρνηση (απλή)
燦然と輝かない
Άρνηση (ευγενική)
燦然と輝きません
Παρελθόν (απλό)
燦然と輝いた
Παρελθόν (ευγενικό)
燦然と輝きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
燦然と輝かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
燦然と輝きませんでした
Τε-μορφή
燦然と輝いて
Δυνητική
燦然と輝ける
Προστακτική
燦然と輝け
Βουλητική
燦然と輝こう
Υποθετική (ば)
燦然と輝けば