爆ぜる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 εκρήγνυμαι, ανοίγω με κρότο, σχίζομαι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 爆ぜる
- Παρόν (ευγενικό)
- 爆ぜます
- Άρνηση (απλή)
- 爆ぜない
- Άρνηση (ευγενική)
- 爆ぜません
- Παρελθόν (απλό)
- 爆ぜた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 爆ぜました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 爆ぜなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 爆ぜませんでした
- Τε-μορφή
- 爆ぜて
- Δυνητική
- 爆ぜられる
- Προστακτική
- 爆ぜろ
- Βουλητική
- 爆ぜよう
- Υποθετική (ば)
- 爆ぜれば
- Υποθετική (たら)
- 爆ぜたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 爆ぜたい
- Απαγορευτική (~な)
- 爆ぜるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 爆ぜなさい
- Παθητική
- 爆ぜられる
- Αιτιατική
- 爆ぜさせる