ばくちん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανατίναξη και βύθιση

Κλίση

Παρόν (απλό)
爆沈する
Παρόν (ευγενικό)
爆沈します
Άρνηση (απλή)
爆沈しない
Άρνηση (ευγενική)
爆沈しません
Παρελθόν (απλό)
爆沈した
Παρελθόν (ευγενικό)
爆沈しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
爆沈しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
爆沈しませんでした
Τε-μορφή
爆沈して
Δυνητική
爆沈できる
Προστακτική
爆沈しろ
Βουλητική
爆沈しよう
Υποθετική (ば)
爆沈すれば