爆買い
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 καθομιλουμένη αγοραστική μανία, ξεφάντωμα αγορών
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 爆買いする
- Παρόν (ευγενικό)
- 爆買いします
- Άρνηση (απλή)
- 爆買いしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 爆買いしません
- Παρελθόν (απλό)
- 爆買いした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 爆買いしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 爆買いしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 爆買いしませんでした
- Τε-μορφή
- 爆買いして
- Δυνητική
- 爆買いできる
- Προστακτική
- 爆買いしろ
- Βουλητική
- 爆買いしよう
- Υποθετική (ば)
- 爆買いすれば
- Υποθετική (たら)
- 爆買いしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 爆買いしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 爆買いするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 爆買いしなさい
- Παθητική
- 爆買いされる
- Αιτιατική
- 爆買いさせる