ばくそう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη τρέχω με θόρυβο (με αυτοκίνητο, μοτοσικλέτα κ.λπ.), βρυχώμαι (π.χ. κατά μήκος του δρόμου)

Κλίση

Παρόν (απλό)
爆走する
Παρόν (ευγενικό)
爆走します
Άρνηση (απλή)
爆走しない
Άρνηση (ευγενική)
爆走しません
Παρελθόν (απλό)
爆走した
Παρελθόν (ευγενικό)
爆走しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
爆走しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
爆走しませんでした
Τε-μορφή
爆走して
Δυνητική
爆走できる
Προστακτική
爆走しろ
Βουλητική
爆走しよう
Υποθετική (ば)
爆走すれば