らんじゅく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υπερωρίμανση
  2. 02 πλήρης ωριμότητα, πλήρης ανάπτυξη

Κλίση

Παρόν (απλό)
爛熟する
Παρόν (ευγενικό)
爛熟します
Άρνηση (απλή)
爛熟しない
Άρνηση (ευγενική)
爛熟しません
Παρελθόν (απλό)
爛熟した
Παρελθόν (ευγενικό)
爛熟しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
爛熟しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
爛熟しませんでした
Τε-μορφή
爛熟して
Δυνητική
爛熟できる
Προστακτική
爛熟しろ
Βουλητική
爛熟しよう
Υποθετική (ば)
爛熟すれば