爪に火をともす
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ιδιωματισμός ζω λιτά και οικονομικά, κάνω τσιγκουνιές, μετράω και το τελευταίο λεπτό, ανάβω φωτιά στα νύχια μου (για εξοικονόμηση πόρων)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 爪に火をともす
- Παρόν (ευγενικό)
- 爪に火をともします
- Άρνηση (απλή)
- 爪に火をともさない
- Άρνηση (ευγενική)
- 爪に火をともしません
- Παρελθόν (απλό)
- 爪に火をともした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 爪に火をともしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 爪に火をともさなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 爪に火をともしませんでした
- Τε-μορφή
- 爪に火をともして
- Δυνητική
- 爪に火をともせる
- Προστακτική
- 爪に火をともせ
- Βουλητική
- 爪に火をともそう
- Υποθετική (ば)
- 爪に火をともせば
- Υποθετική (たら)
- 爪に火をともしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 爪に火をともしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 爪に火をともすな
- Προστακτική (ευγενική)
- 爪に火をともしなさい
- Παθητική
- 爪に火をともされる
- Αιτιατική
- 爪に火をともさせる