つめあかせんじて

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός παίρνω παράδειγμα από κάποιον, διδάσκομαι από το παράδειγμα κάποιου, βράζω τη βρωμιά κάτω από τα νύχια (κάποιου) και την πίνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
爪の垢を煎じて飲む
Παρόν (ευγενικό)
爪の垢を煎じて飲みます
Άρνηση (απλή)
爪の垢を煎じて飲まない
Άρνηση (ευγενική)
爪の垢を煎じて飲みません
Παρελθόν (απλό)
爪の垢を煎じて飲んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
爪の垢を煎じて飲みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
爪の垢を煎じて飲まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
爪の垢を煎じて飲みませんでした
Τε-μορφή
爪の垢を煎じて飲んで
Δυνητική
爪の垢を煎じて飲める
Προστακτική
爪の垢を煎じて飲め
Βουλητική
爪の垢を煎じて飲もう
Υποθετική (ば)
爪の垢を煎じて飲めば