つめをとぐ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ακονίζω τα νύχια μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
爪をとぐ
Παρόν (ευγενικό)
爪をとぎます
Άρνηση (απλή)
爪をとがない
Άρνηση (ευγενική)
爪をとぎません
Παρελθόν (απλό)
爪をといだ
Παρελθόν (ευγενικό)
爪をとぎました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
爪をとがなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
爪をとぎませんでした
Τε-μορφή
爪をといで
Δυνητική
爪をとげる
Προστακτική
爪をとげ
Βουλητική
爪をとごう
Υποθετική (ば)
爪をとげば