つまはじ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: つまびき

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα κοινωνικός αποκλεισμός, απομόνωση, περιθωριοποίηση, απόρριψη, απαξίωση
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα τίναγμα (του δαχτύλου, για την έκφραση αηδίας, περιφρόνησης ή αποδοκιμασίας)

Κλίση

Παρόν (απλό)
爪弾きする
Παρόν (ευγενικό)
爪弾きします
Άρνηση (απλή)
爪弾きしない
Άρνηση (ευγενική)
爪弾きしません
Παρελθόν (απλό)
爪弾きした
Παρελθόν (ευγενικό)
爪弾きしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
爪弾きしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
爪弾きしませんでした
Τε-μορφή
爪弾きして
Δυνητική
爪弾きできる
Προστακτική
爪弾きしろ
Βουλητική
爪弾きしよう
Υποθετική (ば)
爪弾きすれば