爺じいさん

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα παππούς
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα ηλικιωμένος άνδρας

Παραδείγματα

  • あの爺さんじいさんは優やさしいです。

    Αυτός ο παππούς είναι ευγενικός.

  • 公園こうえんで新聞しんぶんを読よんでいる爺さんじいさんをよく見みかけます。

    Συχνά βλέπω τον παππού να διαβάζει εφημερίδα στο πάρκο.

  • 昔話むかしばなしが好すきな子供こどもたちは、近所きんじょの爺さんじいさんの周まわりに集あつまって、いつも楽たのしそうに耳みみを傾かたむけていました。

    Τα παιδιά που αγαπούσαν τις παλιές ιστορίες μαζεύονταν γύρω από τον ηλικιωμένο της γειτονιάς και άκουγαν πάντα με χαρά.