爺むさい
επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα γεροντίστικος, τρεμουλιαστός, ζαρωμένος, ατημέλητος, κουρελιάρης
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 爺むさい
- Παρόν (ευγενικό)
- 爺むさいです
- Άρνηση (απλή)
- 爺むさくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 爺むさくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 爺むさかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 爺むさかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 爺むさくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 爺むさくなかったです
- Τε-μορφή
- 爺むさくて
- Υποθετική (ば)
- 爺むさければ
- Υποθετική (たら)
- 爺むさかったら