かた

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τακτοποιούμαι, μπαίνω σε τάξη
  2. 02 διευθετούμαι, επιλύομαι
  3. 03 ολοκληρώνομαι, τελειώνω
  4. 04 γράφεται και ως 嫁く αποκαθίσταμαι (με γάμο)

Παραδείγματα

  • 部屋へや片付かたづきました

    Το δωμάτιο συγυρίστηκε.

  • 仕事しごと片付かたづいたこう。

    Μόλις τελειώσω τη δουλειά, πάμε για ποτό.

  • 長年懸案ながねんけんあんだった問題もんだいが、ようやく解決かいけつして片付かたづいた

    Το πρόβλημα που εκκρεμούσε για χρόνια, επιτέλους λύθηκε και διευθετήθηκε.

Κλίση

Παρόν (απλό)
片付く
Παρόν (ευγενικό)
片付きます
Άρνηση (απλή)
片付かない
Άρνηση (ευγενική)
片付きません
Παρελθόν (απλό)
片付いた
Παρελθόν (ευγενικό)
片付きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
片付かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
片付きませんでした
Τε-μορφή
片付いて
Δυνητική
片付ける
Προστακτική
片付け
Βουλητική
片付こう
Υποθετική (ば)
片付けば