かたける

ρήμα | N4 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τακτοποιώ, συγυρίζω, καθαρίζω, μαζεύω
  2. 02 διευθετώ, λύνω, τακτοποιώ (μια υπόθεση)
  3. 03 τελειώνω, ολοκληρώνω, διεκπεραιώνω
  4. 04 παντρεύω (την κόρη μου)
  5. 05 εξοντώνω, σκοτώνω, δολοφονώ, ξεφορτώνομαι (κάποιον)

Παραδείγματα

  • 部屋へや片付かたづけます

    Συγυρίζω το δωμάτιό μου.

  • かえまえに、つくえうえ片付かたづける必要ひつようがあります。

    Πρέπει να τακτοποιήσω το γραφείο μου πριν φύγω.

  • 使つかったものは、あとでまとめてやるのではなく、その都度つどすぐに片付かたづけるようにすると、いえらからずにみます。

    Αν τακτοποιείς τα πράγματα αμέσως μόλις τα χρησιμοποιήσεις, αντί να τα μαζεύεις όλα αργότερα, το σπίτι σου δεν θα είναι ακατάστατο.

Κλίση

Παρόν (απλό)
片付ける
Παρόν (ευγενικό)
片付けます
Άρνηση (απλή)
片付けない
Άρνηση (ευγενική)
片付けません
Παρελθόν (απλό)
片付けた
Παρελθόν (ευγενικό)
片付けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
片付けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
片付けませんでした
Τε-μορφή
片付けて
Δυνητική
片付けられる
Προστακτική
片付けろ
Βουλητική
片付けよう
Υποθετική (ば)
片付ければ