片かた手て

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ένα χέρι

Παραδείγματα

  • 片手かたてで持もちます。

    Το κρατάω με το ένα χέρι.

  • 私わたしは片手かたてでカバンを持もちました。

    Κουβάλησα την τσάντα με το ένα χέρι.

  • 彼かれは荷物にもつで手てがふさがっていたので、片手かたてでドアを開あけました。

    Επειδή είχε τα χέρια του γεμάτα, άνοιξε την πόρτα με το ένα χέρι.