版行
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 έκδοση, εκτύπωση
- 02 σφραγίδα (που χρησιμοποιείται αντί για υπογραφή), σφραγίδα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 版行する
- Παρόν (ευγενικό)
- 版行します
- Άρνηση (απλή)
- 版行しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 版行しません
- Παρελθόν (απλό)
- 版行した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 版行しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 版行しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 版行しませんでした
- Τε-μορφή
- 版行して
- Δυνητική
- 版行できる
- Προστακτική
- 版行しろ
- Βουλητική
- 版行しよう
- Υποθετική (ば)
- 版行すれば
- Υποθετική (たら)
- 版行したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 版行したい
- Απαγορευτική (~な)
- 版行するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 版行しなさい
- Παθητική
- 版行される
- Αιτιατική
- 版行させる