うしにひかれてぜんこうまい

άλλο, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός καταλήγω να κάνω ή να δέχομαι κάτι καλό κατά τύχη ή μετά από προτροπή κάποιου άλλου, παρασύρομαι από μια αγελάδα σε προσκύνημα στον ναό Ζενκότζι