ぎゅう

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ηγούμαι, ελέγχω, κατέχω τα ηνία, είμαι ο αρχηγός

Κλίση

Παρόν (απλό)
牛耳を執る
Παρόν (ευγενικό)
牛耳を執ります
Άρνηση (απλή)
牛耳を執らない
Άρνηση (ευγενική)
牛耳を執りません
Παρελθόν (απλό)
牛耳を執った
Παρελθόν (ευγενικό)
牛耳を執りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
牛耳を執らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
牛耳を執りませんでした
Τε-μορφή
牛耳を執って
Δυνητική
牛耳を執れる
Προστακτική
牛耳を執れ
Βουλητική
牛耳を執ろう
Υποθετική (ば)
牛耳を執れば