ぼくする

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εκτρέφω ζώα
  2. 02 φροντίζω και κυβερνώ τον λαό

Κλίση

Παρόν (απλό)
牧する
Παρόν (ευγενικό)
牧します
Άρνηση (απλή)
牧しない
Άρνηση (ευγενική)
牧しません
Παρελθόν (απλό)
牧した
Παρελθόν (ευγενικό)
牧しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
牧しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
牧しませんでした
Τε-μορφή
牧して
Δυνητική
牧できる
Προστακτική
牧しろ
Βουλητική
牧しよう
Υποθετική (ば)
牧すれば