ぼくよう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προβατοτροφία

Κλίση

Παρόν (απλό)
牧羊する
Παρόν (ευγενικό)
牧羊します
Άρνηση (απλή)
牧羊しない
Άρνηση (ευγενική)
牧羊しません
Παρελθόν (απλό)
牧羊した
Παρελθόν (ευγενικό)
牧羊しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
牧羊しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
牧羊しませんでした
Τε-μορφή
牧羊して
Δυνητική
牧羊できる
Προστακτική
牧羊しろ
Βουλητική
牧羊しよう
Υποθετική (ば)
牧羊すれば